Η άγρια επίθεση δεκάδων γύφτων σε ελεύθερο επαγγελματία (περιπτερά) και στο παιδί του στη Γαστούνη επειδή έπιασε γυφτάκι να κλέβει, αποτελεί μια ακόμη κραυγαλέα απόδειξη ότι η ασφάλεια στη χώρα έχει μετατραπεί σε ζητούμενο. Δεν πρόκειται για ένα «ατυχές συμβάν», αλλά για αποτέλεσμα μιας πολιτικής που έχει επιτρέψει στην παραβατικότητα να ριζώσει και στην ατιμωρησία να λειτουργεί ως κίνητρο κλιμάκωσης της βίας.
Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας οφείλει να απαντήσει χωρίς υπεκφυγές: πόσες ακόμη επιθέσεις πρέπει να καταγραφούν για να γίνει αντιληπτό ότι η κοινωνία βιώνει συνθήκες διαρκούς ανασφάλειας; Πόσοι επαγγελματίες πρέπει να δουν το μεροκάματό τους να καταστρέφεται και την ίδια τους τη ζωή να απειλείται;
Η πραγματικότητα είναι αμείλικτη. Οι πολίτες αισθάνονται απροστάτευτοι, είτε απέναντι σε λαθρομετανάστες, είτε απέναντι σε γύφτους, είτε σε Έλληνες κακοποιούς, σε δράστες που λειτουργούν με θράσος και η δικαιοσύνη συχνά ακυρώνεται από ποινές που δεν εκτελούνται ή από επαναλαμβανόμενες αναστολές που μετατρέπουν την τιμωρία σε τυπική διαδικασία.
Η ΦΩΝΗ ΛΟΓΙΚΗΣ έχει επανειλημμένα προειδοποιήσει ότι χωρίς αποφασιστικές τομές, η κατάσταση θα επιδεινωθεί. Οι προτάσεις είναι σαφείς και άμεσες:
α) Εφαρμογή συστήματος “three strikes”, ώστε οι κατ’ επανάληψη δράστες να αντιμετωπίζουν πραγματική και αδιαπραγμάτευτη ποινική συνέπεια.
β) Δημιουργία νέων φυλακών για να εκτελούνται οι ποινές και να τερματιστεί η πρακτική της «καταδίκης χωρίς εγκλεισμό».
γ) Αύξηση των ποινών για βίαια και επαναλαμβανόμενα αδικήματα, με τέλος στις συνεχόμενες αναστολές που υπονομεύουν την έννοια της δικαιοσύνης.
Η ανοχή στην ανομία δεν είναι κοινωνική πολιτική. Είναι πολιτική αποτυχία. Και κάθε νέο περιστατικό βίας αποδεικνύει ότι η σημερινή στρατηγική δεν προστατεύει τον πολίτη, αλλά τον αφήνει εκτεθειμένο.
Η κοινωνία δεν ζητά εξηγήσεις ούτε επικοινωνιακές διαβεβαιώσεις. Ζητά πράξεις, αποτροπή και ένα κράτος που επιβάλλει τον νόμο χωρίς φόβο και χωρίς εξαιρέσεις.
Η ασφάλεια αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα. Όταν αυτό το δικαίωμα καταρρέει, καταρρέει και η εμπιστοσύνη στους θεσμούς.