ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΜΥΝΑ

ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

A. Προοίμιο.

Η Ελλάδα είναι κράτος ανεξάρτητο, κυρίαρχο, μέλος διεθνών ενώσεων, οργανισμών, φορέων και συμμαχιών. Από την εποχή του Χρυσού Αιώνα του Περικλή, η Ελλάδα δεν ανήκει απλά στη Δύση, αλλά αποτελεί την απαρχή και το κυρίαρχο δομικό στοιχείο του Δυτικού Πολιτισμού και συνεπώς της δυτικής πολιτισμικής ταυτότητας. Σήμερα, ενώπιον της Παρακμής της Δυτικής Ταυτότητος από ιδεολογίες «πολυπολιτισμού ασαφούς ταυτότητος», συνειδητής αποδομήσεως του θεμελιώδους φορέα των εκάστοτε ταυτοτικών πολιτισμικών χαρακτηριστικών (Ηθών, Εθίμων, Γλώσσας, Γραμματείας, θρησκευτικού κουλτουραλικού περιβάλλοντος και συνεπώς: Τέχνης, Λογοτεχνίας, Μυθοπλασίας, Ποιήσεως, Ενημερώσεως), δηλαδή της Οικογενείας, την στιγμή που η επισήμως αποδεκτή «αντικατάσταση» του ελληνικού πληθυσμού (συντελούσης και της διαρκούς ελλείψεως κρατικής πολιτικής για την -μαστίζουσα την ελληνική, αλλ ά και άλλες δυτικές κοινωνίες- υπογεννητικότητα), η Ελλάδα ανάγεται εκ νέου σε πυρήνα προάσπισης των Οικουμενικών κλασικών Ελληνικών αξιών της Δημοκρατίας, της -κατά τον Νόμο- Αλληλεγγύης, της Ελευθερίας του Λόγου και του Πνεύματος, και του πραγματικού Ευρωπαϊκού Νομικού, Πολιτικού και Ουμανιστικού Πολιτισμού, εν ολίγοις όλων των αξιών και των κατακτήσεων του πολιτισμένου κόσμου. Αξιών οι οποίες βασίζονται στην Ελληνική Φιλοσοφία, το αρχαίο Ελληνικό και Ρωμαϊκό Δίκαιο και το ιουδαιο-χριστιακό κουλτουραλικό περιβάλλον της. Η Ελληνική Δημοκρατία οφείλει να διεκπεραιώσει με αποτελεσματικότητα τον ανωτέρω ρόλο, αλλά πάνω από όλα να ανταποκρίνεται με σθένος, ισχύ και μαχητικότητα στην υπεράσπιση -έναντι οιασδήποτε επιβουλής από γειτονικές, ή μη, χώρες- της εθνικής μας κυριαρχίας, εθνικής ανεξαρτησίας και εδαφικής ακεραιότητας όπως αυτές αδιαλείπτως καταγράφονται στα διαδοχικά Συντάγματα των Ελλήνων.

Β. Ειδικά σημεία.

α) Η «ελληνικότητα» δεν έχει σχέση με ρατσιστικές αντιλήψεις και προσεγγίσεις «αίματος και γής», αλλά με την νόμιμη παρουσία των πολιτών της Χώρας στο έδαφός της όπως και την αποδοχή της νομικής, πολιτικής, πολιτιστικής και εν γένει δημοκρατικής και ευρωπαϊκής ταυτότητάς της, όπως αυτή προσδιορίζεται ανωτέρω και από το ισχύον Ελληνικό Σύνταγμα και τους Νόμους της Χώρας.


β) Η έκφραση της «εθνικής ανεξαρτησίας» θα υλοποιείται στο πλαίσιο των -νομίμων και νομίμως εξυπηρετουμένων- διεθνών Συμμαχικών Υποχρεώσεων, Συμφωνιών, Συμβάσεων και Συνθηκών έχει προσυπογράψει η Χώρα με γνώμονα πάντοτε την ισότιμη και αξιοπρεπή αντιμετώπισή της από τις συμβαλλόμενες σε αυτές Χώρες και φυσικά την αντίστοιχη εκπλήρωση των υποχρεώσεών της προς αυτές με βάση πάντοτε την πολυδιάστατη Εξωτερική Πολιτική για την Ειρήνη και την Συνεργασία και γνώμονα το Κυρίαρχο Εθνικό Συμφέρον κατά το ισχύον Σύνταγμα.


γ) Η σχέση της Ελλάδος (η οποία δεν είναι αναθεωρητική Χώρα και ούτε επιθυμεί να γίνει) με τους ΝΑΤΟϊκούς και Ευρωπαίους Συμμάχους και Εταίρους -αντιστοίχως- θα πρέπει να στηρίζονται στις ανωτέρω αρχές (παρ. β). Επίσης, η Ελλάδα ως Εγγυήτρια Δύναμις της Κύπρου, οφείλει να ασκεί σχολαστικά και συμφώνως προς τα απαιτούμενα από το Διεθνές Δίκαιο και δη το διεθνές Δίκαιο των Συνθηκών όλες της τις διεθνείς υποχρεώσεις προς τη Κυπριακή Δημοκρατία και δη τον Ελληνισμό της Μεγαλονήσου (πολιτικές, στρατιωτικές, πολιτιστικές, οικονομικές) και να συνεργάζεται στενά με την Λευκωσία στη βάση των αμοιβαίων στρατηγικών συμφερόντων ολόκληρου του Ελληνισμού της Ανατολικής Μεσογείου.


δ) Στο πλαίσιο αυτής της Γεωστρατηγικής οπτικής, και με δεδομένο το ρευστό διεθνές περιβάλλον ανακατανομής Ισχύος, πρέπει να γίνονται αντιληπτές και οι σχέσεις της Ελλάδας με όλες τις χώρες της Μεσογείου, των Βαλκανίων, του Καυκάσου και της Βορείου Αφρικής, οι οποίες αποτελούν και το άμεσο γεωπολιτικό Σύστημα της Χώρας.


ε) Σε Υπερσυστημικό πλαίσιο η Ελλάδα οφείλει να λειτουργεί στη βάση πολυδιάστατης Εξωτερικής Πολιτικής η οποία, όπως προανεφέρθη, θα λειτουργεί με Γνώμονα α) Το γεωστρατηγικό συμφέρον του Ελληνισμού της Μεσογείου, πράγμα το οποίο θα έχει σημαντικά οφέλη και για τον Οικουμενικό Ελληνισμό (βλέπε το παράδειγμα Ισραήλ και Οικουμενικής εβραϊκής Διασποράς) και β) να λειτουργεί στη βάση του σεβασμού των Συμμαχιών, Συμφωνιών, Συμβάσεων τις οποίες έχει κυρώσει στο επίπεδο της ισοτιμίας και της αμοιβαιότητος (παρ. β).


στ) Για την υλοποίηση και την οργάνωση Εθνικού Γεωστρατηγικού Σχεδιασμού των προαναφερθέντων στα ανωτέρω σημεία (α, β. γ, δ, και ε) απαιτείται η Ίδρυση και Λειτουργία ενός πραγματικού (και όχι εικονικού και κατ’ ουσίαν ανυπάρκτου) Εθνικού Οργάνου Γεωπολιτικής Αναλύσεως και Γεωστρατηγικού Σχεδιασμού, δηλαδή ενός «Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας» κατά τα διεθνή πρότυπα αντιστοίχων οργάνων διεθνούς Γεωπολιτικής αναλύσεως και Εθνικού γεωστρατηγικού σχεδιασμού. Το όργανο αυτό, τη δομή και τη λειτουργία του, την εχουν προτείνει σημαντικοί Έλληνες ειδικοί διεθνούς κύρους και πρέπει επιτέλους να δημιουργηθεί για να υπάρξει έγκυρος, έγκαιρος και προβλεπτικός εθνικός γεωστρατηγικός σχεδιασμός σε βάθος -τουλάχιστον- 25ετίας. Στο πλαίσιο αυτού του Εθνικού Γεωστρατηγικού Σχεδιασμού θα αντιμετωπίζονται η Εξωτερική Πολιτική, η Άμυνα/Ασφάλεια, η Οικονομία και ο Πολιτισμικός σχεδιασμός της χώρας, καθόσον πρόκειται για αλληλένδετους Πυλώνες εθνικής Ισχύος.

Γ. Προτεραιότητες της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής αποτελούν:

Έχοντας υπόψη τις προαναφερθείσες γενικές κατευθύνσεις εθνικής εξωτερικής πολιτικής, θεωρούμε σκόπιμη την λήψη κάποιων απαιτούμενων μέτρων, τα οποία και προτείνουμε, προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα της εφαρμογής των εν λόγω αδρά αποτυπωμένων γενικών κατευθυντηρίων γραμμών. Συγκεκριμένα θεωρούμε ως απαραίτητα τα ακόλουθα:

Η ανακήρυξη (Declaration) της ελληνικής Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) καθ´όλη την περίμετρο της θαλάσσιας ελληνικής επικράτειας και στα εξωτερικά όρια που προβλέπονται από το διεθνές δίκαιο όπως αυτό κατεγράφη από τον με εντολή της ΕΕ συνταχθέντα «Χάρτη της Σεβίλλης»[1]. Η τμηματική μόνο διακήρυξη και συνομολόγηση της ελληνικής ΑΟΖ με γειτονικές χώρες και μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις με εύρος εξωτερικού ορίου «μειωμένης επήρειας» επιμετρημένο σε σχέση με συγκεκριμένα ελληνικά νησιά της περιοχής, αποτελεί σήμερα παράγοντα ανησυχίας και προβληματισμού. H ελληνική «γαλάζια πατρίδα», επιβάλλει την άμεση συμφωνία ΑΟΖ με την Κυπριακή Δημοκρατία, αλλά και την ολοκλήρωση αυτής με την Αίγυπτο, πέραν του 28ου μεσημβρινού σύμφωνα με τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), όπου η Ελλάδα με το ν.2321/1995 έχει κυρώσει και ενσωματώσει την εφαρμογή του μέρους ΧΙ της σχετικής Σύμβασης στο εσωτερικό Δίκαιο. Ενδεχόμενη κοινώς αποδεκτή προσφυγή σε κάποιο κατάλληλο αρμόδιο διεθνές δικαιοδοτικό όργανο, π.χ. στο Διεθνές Δικαστήριο στη Χάγη ή στο αρμόδιο Διεθνές Δικαστήριο Δικαίου της Θάλασσας στο Αμβούργο, μπορεί να συζητηθεί μόνο αφού η Ελλάδα έχει προηγουμένως ασκήσει πλήρως όλα της τα δικαιώματα και θα αφορούν τη χάραξη ευθειών Γραμμών Βάσης, όπως και την επέκταση του εύρους της Αιγιαλίτιδας Ζώνης (ΕΕΖ) στο μέγιστο επιτρεπτό, δηλ. στα 12νμ,, όπως άλλωστε έχουν καταλήξει και στο παρελθόν τα αρμόδια συμβούλια των πολιτικών αρχηγών των κομμάτων της Ελληνικής Βουλής. Στο πλαίσιο δε της ελληνοτουρκικής διαδικασίας διαβουλεύσεων για την εξεύρεση λύσης στο ανοικτό ζήτημα στο Αιγαίο (οριοθέτηση εξωτερικού ορίου νησιωτικής Υφαλοκρηπίδας) θεωρούμε ότι ο όρος «θαλάσσιες ζώνες», είναι γενικός και δεν είναι αποδεκτός να χρησιμοποιείται από ελληνικής πλευράς προκειμένου να προσδιορίσει το πλαίσιο των εξεταζόμενων προς διευθέτηση ανοικτών ζητημάτων με την Τουρκία, υπό την έννοια ότι δύναται να ερμηνευθεί ότι εμπεριέχει και την αιγιαλίτιδα ζώνη που ο καθορισμός του εύρους της στις ακτές (ηπειρωτικές και νησιωτικές) ενός παράκτιου κράτους αποτελεί αναφαίρετο κυριαρχικό δικαίωμα κάθε παράκτιου κράτους, και άρα και της Ελλάδας.

Επέκταση των ελληνικών εθνικών χωρικών υδάτων και του εθνικού εναέριου χώρου εντός των ορίων που προβλέπει το Διεθνές Δίκαιο. Το Αιγαίο, αλλά και η Ανατολική Μεσόγειος πρέπει να αποτελέσει άμεσα και καθ´ολοκληρία γεωγραφική περιοχή άσκησης των νομίμων δικαιωμάτων που καθορίζει το Διεθνές Δίκαιο και δη το Δίκαιο της Θάλασσας για κάθε παράκτιο κράτος (εν προκειμένω) για την Ελλάδα, καθορίζοντας έτσι σαφώς το εύρος της ελληνικής επικράτειας (και τα συναφή και απορρέοντας κυριαρχικά δικαιώματα) στα όρια που καθορίζει η UNCLOS (1982), ούτως ώστε να απαντηθούν και οι φωνές εκείνες, από το εξωτερικό ή το εσωτερικό, που προωθούν απαράδεκτα σενάρια συνεκμετάλλευσης και αποδοχής των «ζωτικών συμφερόντων» της Τουρκίας στο Αιγαίο, στο πλαίσιο ενός αμφισβητήσιμου για την αποτελεσματικότητά του επιχειρούμενου κατευνασμού του μακρόχρονου και αδιάλειπτου τουρκικού αναθεωρητισμού στην ευρύτερη περιοχή. Σε καμία περίπτωση η Ελλάδα δεν πρέπει να δεχθεί «γκριζάρισμα» των δικαιωμάτων της που απορρέουν από το Διεθνές Δίκαιο, από τον 25ο μεσημβρινό και ανατολικότερα μέχρι τις Ελληνικές νήσους του Ανατολικού Αιγαίου, στο πλαίσιο μίας κατευναστικής πολιτικής έναντι της Τουρκίας. Αυτό απαιτείται να κοινοποιηθεί με κάθε μέσο σε όλους τους Συμμάχους ότι αποτελεί Κόκκινη Γραμμή για την Ελλάδα και η παραβίασή του από την Τουρκία θα είχε απρόβλεπτες συνέπειες.

Μη αποδοχή του όρου «Turkaegean» και προσφυγή σε όλους τους αρμόδιους φορείς του εξωτερικού ώστε να αποπεμφθεί αυτός ο εμπορικός όρος από όλες τις διεθνείς εκθέσεις και τη διαφημιστική προβολή της Τουρκίας και των τουρκικών τουριστικών προϊόντων.

Απόλυτη απόρριψη κάθε αιτήματος ή συζήτησης περί αποστρατιωτικοποίησης των ελληνικών νήσων, ή οποιουδήποτε άλλου τμήματος της ελληνικής επικράτειας. Τα Ελληνικά νησιά δεν δικαιούνται μόνο, αλλά και οφείλουν να είναι εξοπλισμένα χωρίς καμία απομείωση της αμυντικής ισχύος των, αποτελώντας εγγύηση κατά κάθε επιβουλής εναντίον των Ελληνικών και Ευρωπαϊκών συνόρων προς Ανατολάς και Νοτιοανατολικά (της ΑΟΖ/Υφακρηπίδος της Κυπριακής Δημοκρατίας συμπεριλαμβανομένης). Η προσεκτική μελέτη της Συνθήκης της Λωζάννης και φυσικά της Συνθήκης των Παρισίων του 1947 όπως και οι γενικές αρχές του Διεθνούς Δικαίου αλλά και ο Καταστατικός Χάρτης, του ΟΗΕ όπως και οι Αποφάσεις της ΓΣ/ΟΗΕ και ΣΑ/ΟΗΕ, εδραιώνουν του λόγου το αληθές υπέρ των δικαίων των θέσεων του Ελληνισμού Ελλάδος και Κύπρου.

Διακήρυξη δόγματος γενικευμένου πολέμου έναντι του παρανόμου (κατά το Αρθρο 2, παρ. 4 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ) τουρκικού “casus belli”. Η Τουρκία πρέπει να γνωρίζει επισήμως, ότι οποιαδήποτε απόπειρα επίθεσής της εναντίον της Ελλάδος, σε όσο περιορισμένη κλίμακα και αν αυτή εκδηλωθεί, θα απαντηθεί από την ελληνική πλευρά με την πλήρη ισχύ των Ενόπλων Δυνάμεων της χώρας εναντίον της Τουρκίας στο σύνολό της. Η Ελλάδα θα πρέπει να είναι ξεκάθαρη ως προς αυτό, διακηρύσσοντας την αποφασιστικότητά της μέσω ειδικού ψηφίσματος της Βουλής, που θα δεσμεύει κάθε κυβέρνηση, κοινοποιώντας ταυτοχρόνως διεθνώς την πρόθεση της να πολεμήσει, εφόσον χρειαστεί, με τρόπο ρητό και ξεκάθαρο.

Ουσιαστική στήριξη της Κυπριακής Δημοκρατίας και αναβάθμιση του δόγματος του ενιαίου αμυντικού χώρου. Όσο παγιώνονται τα εγκληματικά αποτελέσματα της τουρκικής εισβολής και κατοχής στην Κύπρο (Επτά, ατιμώρητα, εγκλήματα κατά της Ανθρωπότητος και Εγκλήματα πολέμου), τόσο η ελληνική στάση θα πρέπει να παραμένει προσηλωμένη στην -εθνικά και συνταγματικά επιβαλλόμενη στάση- της μη αποδοχής οποιουδήποτε τετελεσμένου. Διακηρυγμένος στόχος της ελληνικής πολιτικής στο Κυπριακό πρέπει να είναι μόνο η επανένωση του νησιού, η επιστροφή των προσφύγων στις εστίες τους και η αποχώρηση των Τούρκων εποίκων, με εφαρμογή των ψηφισμάτων του ΟΗΕ τα οποία τελούν εν ισχύι. Η Ελλάδα, επαναλαμβάνουμε, είναι εγγυήτρια δύναμη της κυπριακής ανεξαρτησίας και οφείλει να συμπεριφερθεί ως τέτοια. Κάθε ενθάρρυνση πρέπει να δοθεί δε προς την Κυπριακή Δημοκρατία, ώστε η Εθνική Φρουρά να ενισχυθεί με ακόμα πιο σύγχρονα και αποτελεσματικά μέσα, σε ξηρά, αέρα και θάλασσα, ώστε σε συνδυασμό με τις ελληνικές δυνάμεις να αποτελούν μια αδιαπέραστη ασπίδα του Ελληνισμού στην Ανατολική Μεσόγειο.

Στήριξη και ενίσχυση του Ελληνισμού της Βορείου Ηπείρου, στο πλαίσιο της προστασίας των μειονοτήτων που παρέχουν ο ΟΗΕ και το Διεθνές Δίκαιο. Οι Έλληνες αδελφοί της ελληνικής εθνικής Μειονότητας στην Αλβανία (στην περιοχή της Βορείου Ηπείρου) πρέπει να αντιμετωπίζονται ως καθ´όλα ισότιμοι Αλβανοί πολίτες (όσοι δε έχουν και διπλή υπηκοότητα, δηλ. και ελληνική, και ως ισότιμοι Έλληνες πολίτες), να προστατεύονται από την Αλβανική Πολιτεία, πρωτογενώς, αλλά και δευτερογενώς και από την Ελληνική, όπου και αν βρίσκονται, να δικαιούνται κάθε βοήθεια, παροχή και στήριξη στο ακέραιο, χωρίς αστερίσκους και υποσημειώσεις. Η Ελλάδα πρέπει να ενισχύει τις εκπαιδευτικές δομές της Ελληνικής Εθνικής Μειονότητας, ώστε αυτή να καλλιεργεί ενεργά την εθνική της συνείδηση και να παρέχει τη δυνατότητα στα μέλη της να μπορούν να διεκδικούν την τήρηση των μειονοτικών και άλλων συναφών Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Το αλβανικό κράτος πρέπει να γνωρίζει ότι τα δικαιώματα των Ελλήνων της Αλβανίας πρέπει να προστατεύονται ενεργά, αφενός από το Αλβανικό κράτος, και έναντι αυτών, τα μέλη της εθνικής μειονότητας θα βρίσκουν την αμέριστη συμπαράσταση και αρωγή από την Ελλάδα.

Στήριξη και ενίσχυση των ιστορικών θεσμών και φορέων της Ορθοδοξίας στο εξωτερικό με κάθε μέσο και τρόπο. Τόσο η δισχιλιετής ελληνορθόδοξη παρουσία στην Εγγύς και τη Μέση Ανατολή και τα Ελληνορθόδοξα Πατριαρχεία, όσο και οι κατά τόπους Αρχιεπισκοπές όπου ζουν και εργάζονται Έλληνες, των οποίων ποίμνιο είναι άτομα ελληνικής καταγωγής, αλλά και άλλοι ορθόδοξης Χριστιανικής θρησκευτικής συνείδησης, για τους οποίους η Ελλάδα θα πρέπει να διατηρεί ιδιαίτερους δεσμούς και ενδιαφέρον, πρέπει να προστατεύονται και να ενισχύονται ενεργά από το ελληνικό κράτος ως ιστορικοί, διεθνείς θεματοφύλακες του Ελληνισμού και του ορθόδοξου Χριστιανισμού σε οικουμενική πλέον κλίμακα. Διαρκής αγώνας του ελληνισμού, και όλων των κρατικών μη θεσμών που τον αφορούν (π.χ. Ελληνική και Κυπραική Δημοκρατία, ελληνική διασπορά, ΜΚΟ, ιδρύματα κλπ.) σε διεθνείς θεσμούς και όργανα, π.χ. στην UNESCO, στο Συμβούλιο της Ευρώπης, στην ΕΕ, στον ΟΗΕ κλπ., εναντίον της καταχρηστικής πράξης της Τουρκίας για τη μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί. Στο πλαίσιο αυτό θα υποστηρίξουμε σθεναρά πρωτοβουλία νομικών και άλλων εμπειρογνωμόνων για διεθνή προσφυγή σε σχέση με παραβίαση διεθνών δεσμεύσεων της Τουρκίας σε ό,τι αφορά το καθεστώς διεθνούς προστασίας, ως Μνημείου διεθνούς Κληρονομιάς.

Δυναμική παρουσία στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Ελλάδα είναι από τα παλαιότερα και ιστορικότερα μέλη της ΕΕ και οφείλει να διαδραματίσει ενεργό ρόλο στη διαμόρφωση των πολιτικών που διαμορφώνουν την Ευρώπη του μέλλοντος. Σε συνεννόηση και συμπαράταξη με χώρες που ακολουθούν εθνοκεντρικές πολιτικές και σέβονται τις παραδοσιακές δυτικές αξίες, η Ελλάδα πρέπει να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή του αγώνα για διατήρηση των εθνικών, πολιτισμικών και δημογραφικών χαρακτηριστικών των ευρωπαϊκών χωρών, όπως επίσης και της εναντίωσης στον συγκεντρωτισμό και τη γραφειοκρατία των Βρυξελλών. Ιδιαίτερη αναφορά στην προστασία των Ευρωπαϊκών αρχών και αξιών, που συνιστούν αντικείμενο ειδικής αναφοράς και πρόνοιας στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο, και του Ευρωπαϊκού τρόπου ζωής.

Προσήλωση στις ευρωατλαντικές σχέσεις, αλλά και πλουραλισμός στην εξωτερική πολιτική. Η Ελληνική Δημοκρατία αποτελεί μέρος ενός γεωστρατηγικού μπλοκ ευρωατλαντικών χωρών έναντι του οποίου έχει αναλάβει δεσμεύσεις και υποχρεώσεις σε επίπεδο διεθνών οργανισμών και ενώσεων. Εντούτοις, η Ελλάδα οφείλει να εξυπηρετεί πρώτα και κύρια τα δικά της συμφέροντα και όχι αυτά ξένων δυνάμεων. Η πολυδιάστατη ελληνική εξωτερική πολιτική, και όχι η τυφλή υπαγωγή σε αποφάσεις τρίτων άνευ εθνικών ανταλλαγμάτων, αποτελεί διαχρονικό ζητούμενο.

Πολιτιστική και εκπαιδευτική διπλωματία. Η Παιδεία και ο Πολιτισμός αποτελούν τα «πυρηνικά όπλα» της Ελλάδας. Ειδικό βάρος πρέπει να δοθεί στη διάδοση και τη διδασκαλία της Ελληνικής γλώσσας,  Γραμματείας και Ελληνικού πολιτισμού στο εξωτερικό, όπου υπάρχουν κοινότητες Ελλήνων, αλλά και σε πανεπιστημιακά ιδρύματα ανά τον πλανήτη. Είναι απαράδεκτο, να υπάρχουν οπουδήποτε στον κόσμο Ελληνόπουλα, ή άτομα με φιλελληνική πολιτισμική συνείδηση, για τα οποία η ελληνική πολιτεία να μην μεριμνά, ώστε αυτά να είναι στιβαροί κάτοχοι της Ελληνικής Γλώσσας και Πολιτισμού.

 

[1] Ο “Χάρτης της Σεβίλλης” δημιουργήθηκε όταν η Ευρωπαϊκή Ένωση ζήτησε από το Πανεπιστήμιο της Σεβίλης να απεικονίσει τις ΑΟΖ των ευρωπαϊκών κρατών με βάση το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982. Συνηθίζεται να αποκαλείται και “χάρτης της Ευρωπαϊκής Ένωσης”. Εκπονήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 2000 και από τότε “στοιχειώνει” τους Τούρκους στρατηγικούς σχεδιαστές. Σε αυτόν καταγράφεται η σύνδεση ελληνικής και κυπριακής ΑΟΖ. Καθορίζονται, δηλαδή, τα μέγιστα όρια για την Ελλάδα και την Κύπρο, χρησιμοποιώντας την ακτή κάθε κατοικημένου ελληνικού νησιού –ανεξάρτητα από το μέγεθός του και την εγγύτητά του στις τουρκικές ακτές “.

 

ΑΜΥΝΑ

Η συνολική ισχύς της χώρας αποτελεί μια εξίσωση στην οποία κυρίαρχο ρόλο παίζει η αμυντική της ικανότητα. Οι Ένοπλες Δυνάμεις, συνεπώς, δεν θωρακίζουν μόνο την Ελλάδα έναντι κάθε βίαιης απειλής, αλλά αποτελούν εχέγγυο της ευημερίας της.

Οι άξονες της ελληνικής αμυντικής πολιτικής διαμορφώνονται ως εξής:

Η διαρκής ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων με τα πλέον κατάλληλα, σύγχρονα και αποτελεσματικά συστήματα διεθνώς αποτελεί διαρκή και υψηλή προτεραιότητα για κάθε ελληνική κυβέρνηση. Οι προμήθειες αμυντικού εξοπλισμού άνω των δύο εκατομμυρίων ευρώ θα πρέπει να γίνονται με διεθνή μειοδοτικό διαγωνισμό ή με διακρατική συμφωνία και να εγκρίνεται από την Επιτροπή Εξοπλιστικών Προγραμμάτων της Βουλής των Ελλήνων.

Συγχρόνως, κάθε κίνητρο πρέπει να δοθεί για την εκ νέου ανάπτυξη της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας. Προς αυτήν την κατεύθυνση, ένα ποσοστό – το οποίο χρονικά θα βαίνει αυξανόμενο – των εξοπλιστικών αναγκών της χώρας, θα πρέπει να καλύπτεται με συστήματα ελληνικής σχεδίασης και κατασκευής, στο πλαίσιο παροχής κινήτρων και χωρίς να νοθεύουν τον ανταγωνισμό, ενώ θα πρέπει να ενθαρρύνεται η συμμετοχή Ελληνικών αμυντικών εταιρειών μαζί με ξένα σχήματα, στο πλαίσιο απόκτησης της σχετικής τεχνογνωσίας. Είναι αναγκαίο για την Ελλάδα να περάσει από το στάδιο του πελάτη σε αυτό του παραγωγού στον χώρο της Άμυνας.

Οι αμυντικές δαπάνες που αποσκοπούν στην εγχώρια ανάπτυξη μαχητικών ικανοτήτων μπορούν να εξελιχθούν σε πυλώνα ανάπτυξης της εθνικής οικονομίας, κατά τα πρότυπα του Ισραήλ, της Σιγκαπούρης και άλλων χωρών, αναπτύσσοντας τεχνογνωσίες που εν συνεχεία μπορούν να διαχυθούν στην παραγωγική βάση της χώρας.

Η αξιοποίηση νέων τεχνολογιών όπως είναι η ρομποτική, η τεχνητή νοημοσύνη, η τρισδιάστατη εκτύπωση, τα νέα υλικά, οι φθηνοί αισθητήρες, βελτιωμένες μπαταρίες κλπ, μπορούν να προσφέρουν καινοτόμες και οικονομικές αμυντικές λύσεις οι οποίες μπορούν να αναπτυχθούν εγχωρίως, συνεισφέροντας και στην εθνική οικονομική ανάπτυξη και στη διατήρηση στη χώρα του εγχώριου επιστημονικού και τεχνικού δυναμικού.

Είναι αναγκαία η συστηματική μελέτη δογμάτων, μεθοδολογιών, αντιλήψεων και τεχνολογιών στον χώρο της Άμυνας που αναπτύσσονται διεθνώς καθώς και η επισταμένη μελέτη σύγχρονων συγκρούσεων για την εξαγωγή διδαγμάτων που μπορεί να εφαρμοστούν στις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις. Σε αντίθετη περίπτωση υπάρχει σοβαρός κίνδυνος απαξίωσης των ελληνικών μαχητικών και αποτρεπτικών ικανοτήτων, ακόμη και αν μεγάλα ποσά δίδονται για την αγορά οπλικών συστημάτων, τα οποία όμως δεν ταιριάζουν στις νέες τεχνολογικές και επιχειρησιακές συνθήκες.  

Πρέπει να αξιοποιηθούν τα φυσικά γεωγραφικά πλεονεκτήματα της χώρας στον σχεδιασμό και την ανάπτυξη εγχώριων μαχητικών ικανοτήτων.

Η Άμυνα της χώρας πρέπει να προβλέπει και την αντιμετώπιση ασύμμετρων – υβριδικών απειλών, αλλά και την απόκτηση ασύμμετρων μαχητικών ικανοτήτων, ανεπτυγμένων εγχωρίως και προσαρμοσμένων στις ελληνικές ιδιαιτερότητες.

Η ελληνική στρατηγική Αποτροπής πρέπει να συμπληρωθεί με μια Θεωρία Νίκης.

Θεμέλιο κάθε εξοπλιστικής προσπάθειας και γενικότερα κάθε προσπάθειας ενίσχυσης των αμυντικών ικανοτήτων είναι η ανάπτυξη εγχώριας, εθνικής στρατιωτικής σκέψης.

Τα Ανώτατα Στρατιωτικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (ΑΣΕΙ), δηλαδή η Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων (ΣΣΕ), η Σχολή Ναυτικών Δοκίμων (ΣΝΔ) και η Σχολή Ικάρων, επιβάλλεται να ενισχυθούν και να αναβαθμιστούν. Να αποκτήσουν χαρακτήρα, αρμοδιότητες και υπόσταση πλήρως ισοδυνάμου των πανεπιστημίων και να συμμετάσχουν ενεργά στην έρευνα και ανάπτυξη τεχνολογιών και μαχητικών μεθοδολογιών και αντιλήψεων. Το γεγονός ότι τα ΑΣΕΙ δεν μπορούν να αναλάβουν διδακτορική έρευνα αποτελεί ένα διαρκές σκάνδαλο και για την Άμυνα και για την Παιδεία της χώρας.

Εκτός από τα εμβληματικά οπλικά συστήματα (μαχητικά αεροσκάφη, πολεμικά πλοία κλπ) κρίσιμης σημασίας είναι η ενίσχυση των μαχητικών υποδομών του στρατεύματος ξεκινώντας από τη βάση.

Εκτός από τους εξοπλισμούς μεγάλη έμφαση πρέπει να δοθεί στην εκπαίδευση μαχητή και σε αποτελεσματικές μεθοδολογίες μάχης με βάση τα διδάγματα που προκύπτουν από σύγχρονες πολεμικές εμπλοκές. Για παράδειγμα, αποκεντρωτικά μοντέλα μάχης όπως είναι η Διοίκηση δια της Αποστολής (Mission Command), μπορούν να προσφέρουν τεράστια ενίσχυση των μαχητικών ικανοτήτων ενός σύγχρονου στρατεύματος.

Η επιτακτική ανάγκη υιοθέτησης ειδικού μόνιμου υψηλού ευρωπαϊκού κονδυλίου, στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για την ενίσχυση της ελληνικής αμυντικής γραμμής με τον απαραίτητο εξοπλισμό, ως αναγνώριση και επιστέγασμα του κομβικού ρόλου της χώρας έναντι των απειλών εξ ανατολής και νότου, αλλά πρωτίστως ως υποχρέωση προς τη χώρα-φύλακα των ευρωπαϊκών συνόρων σε ένα από τα πιο επικίνδυνα σημεία της ευρωπαϊκής επικράτειας

Η αποτελεσματικότητα και το αξιόμαχο των Ενόπλων Δυνάμεων, καθορίζεται μεν από τα υλικά τους μέσα, εξαρτάται όμως πρώτα και κύρια από το έμψυχο δυναμικό. Στον τομέα αυτόν, είναι επιτακτική ανάγκη να αντιμετωπιστούν εκ νέου μισθολογικά τα στελέχη των Ε.Δ., γυναίκες και άνδρες με τον προσήκοντα τρόπο. Είναι απαράδεκτο, πχ, ένας απόφοιτος της Σχολής Ευελπίδων, να αμοίβεται με 920 ευρώ τον μήνα. Προβλέπεται ο σχεδιασμός ενός νέου μισθολογίου, ανάλογου του έργου και του κινδύνου που αναλαμβάνουν τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων, ενώ με δεδομένες τις ειδικές συνθήκες των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων θα αποδεσμευθούν οι συντάξεις των στελεχών των Ε.Δ. από τους νόμους 4387/2016 και 4670/2020 και θα κωδικοποιηθούν εκ νέου οι συντάξεις των στρατιωτικών σε ενιαίο κείμενο αναλογικά με το προϊσχύον π.δ. 169/2007.

Ο στρατιωτικός κανονισμός είναι σημαντικό να εφαρμόζεται στο ακέραιο, χωρίς εκπτώσεις και εξαιρέσεις, για τον λόγο αυτό, καταργείται μεταξύ άλλων κάθε ανοχή στον κομματικό στρατιωτικό συνδικαλισμό.

Ειδική μέριμνα απαιτείται και στα θέματα της στρατιωτικής θητείας των κληρωτών, που δεν πρέπει να είναι μικρότερη σε διάρκεια από το ένα έτος. Η στρατιωτική θητεία βέλτιστα θα πρέπει να κυμαίνεται μεταξύ 15 και 19 μηνών. Όσοι στρατιώτες το επιθυμούν, πρέπει να μπορούν, επίσης, να επιλέγουν τη δυνατότητα μιας πιο μάχιμης θητείας με εντατικότερη εκπαίδευση στα όπλα και απορρόφηση σε νευραλγικές μονάδες ανά την επικράτεια.

Προβλέπεται ακόμα η θέσπιση προαιρετικής και εθελοντικής θητείας από έξι έως δώδεκα μηνών για τις γυναίκες. Όσες Ελληνίδες το επιθυμούν, είναι σημαντικό να μπορούν να εκπαιδεύονται στα όπλα και μετά το πέρας της θητείας τους να συμμετέχουν στις δραστηριότητες των Εφέδρων και των Εθνοφυλάκων.Οι γυναίκες που θα υπηρετούν αυτή την εθελοντική θητεία, θα μοριοδοτούνται σε προκηρύξεις διαγωνισμών του ΑΣΕΠ ή άλλων δημοσίων φορέων.

Οι Έφεδροι και οι Εθνοφύλακες είναι ανάγκη να κινητοποιηθούν και να δραστηριοποιηθούν σε όλη την επικράτεια υπό τον γενικό συντονισμό του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας. Κάθε νομός της χώρας πρέπει να διαθέτει οργανωμένες μονάδες Εθνοφυλακής. Μάλιστα, η αποτελεσματικότερή τους αξιοποίηση οφείλει να περιλαμβάνει τακτική συνεκπαίδευση με τα μόνιμα στελέχη και τους στρατεύσιμους.

Πριν και πάνω από όλα, οφείλει να θωρακιστεί η δυνατότητα των Ενόπλων Δυνάμεων, να κάνουν σωστά και δίχως δισταγμό τη δουλειά τους. Οι σαφείς και ξεκάθαροι κανόνες εμπλοκής, που θα διασφαλίζουν το ελεύθερο κάθε στελέχους να πράττει το καθήκον του χωρίς τον φόβο ή την ανησυχία ότι θα τιμωρηθεί για αυτό, είναι απαραίτητοι.