Τα επίσημα στοιχεία του ΟΟΣΑ διαψεύδουν το κυβερνητικό αφήγημα περί «ισχυρής οικονομίας» και «ανάπτυξης για όλους».
Γα το Α΄ τρίμηνο του 2026, η Ελλάδα καταγράφει τη μεγαλύτερη μείωση του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος ανά κάτοικο μεταξύ των χωρών της σχετικής σύγκρισης του ΟΟΣΑ, καταλαμβάνοντας την τελευταία θέση.
Στην πράξη, η αγοραστική δύναμη των ελληνικών νοικοκυριών μειώθηκε περισσότερο από κάθε άλλη χώρα της συγκεκριμένης σύγκρισης. Οι Έλληνες εργάζονται περισσότερο, φορολογούνται περισσότερο και πληρώνουν ακριβότερα ενέργεια, τρόφιμα και υπηρεσίες, αλλά στο τέλος του μήνα τους απομένουν λιγότερα χρήματα.
Η πραγματικότητα είναι ότι η κυβέρνηση δεν διαθέτει αναπτυξιακό σχέδιο που να δημιουργεί πλούτο για τους πολίτες. Εφαρμόζει μια βαθιά σοσιαλιστική οικονομική πολιτική που βασίζεται στην υπερφορολόγηση του ιδιωτικού εισοδήματος, στον ασφυκτικό έλεγχο της οικονομικής δραστηριότητας μέσω αυξανόμενων υποχρεώσεων και μηχανισμών παρακολούθησης, καθώς και στην επιδοματική πολιτική που συντηρεί την εξάρτηση αντί να δημιουργεί προοπτικές.
Αυτή η σοσιαλιστική οικονομική πολιτική μπορεί να εμφανίζει θετικούς μακροοικονομικούς δείκτες, όμως οι πολίτες της γίνονται διαρκώς φτωχότεροι. Ανάπτυξη που στηρίζεται κυρίως στον τουρισμό, στην κατανάλωση και στις ξένες επενδύσεις, χωρίς ισχυρή εγχώρια παραγωγή και ελληνική επιχειρηματικότητα, δεν οδηγεί σε ευημερία για την ελληνική κοινωνία.
Η ΦΩΝΗ ΛΟΓΙΚΗΣ τονίζει ότι η μόνη πραγματική διέξοδος βρίσκεται στη δραστική μείωση της φορολογίας, στην απελευθέρωση της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας, στη μείωση της γραφειοκρατίας και του κρατικού παρεμβατισμού, στην ενίσχυση της παραγωγής και στη δημιουργία καλά αμειβόμενων θέσεων εργασίας που θα επιτρέψουν στους Έλληνες να ζουν από τον κόπο τους και όχι από επιδόματα.
Οι αριθμοί του ΟΟΣΑ δεν κάνουν αντιπολίτευση. Αποτυπώνουν αυτό που βιώνουν καθημερινά εκατομμύρια Έλληνες: ένα σοσιαλιστικό κράτος που εισπράττει ολοένα και περισσότερα, αλλά οι πολίτες κρατούν ολοένα και λιγότερα.
