Τα στοιχεία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για τη στεγαστική αγορά στην Ελλάδα αποτελούν κόλαφο για την κυβέρνηση Μητσοτάκη.
Η Ελλάδα μετατρέπεται σε χώρα όπου ο εργαζόμενος μπορεί να πληρώνει ενοίκιο, αλλά αδυνατεί να αποκτήσει το δικό του σπίτι. Οι τιμές των ακινήτων έχουν εκτοξευθεί κατά 61% από το 2020, ενώ μόνο μέσα στο 2025 αυξήθηκαν κατά 7,75%. Την ίδια ώρα, τα εισοδήματα των Ελλήνων δεν ακολουθούν ούτε κατά διάνοια αυτή την ξέφρενη κούρσα.
Και η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο δραματική για τις οικογένειες που στέλνουν τα παιδιά τους να σπουδάσουν.
Τα ενοίκια για φοιτητικές γκαρσονιέρες έχουν σε πολλές περιοχές αυξηθεί μέσα σε μία πενταετία ακόμη και πάνω από 150% ή 200%, φτάνοντας σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και το 250%. Για έναν γονιό αυτό σημαίνει ένα επιπλέον «μηνιάτικο» μόνο και μόνο για να έχει το παιδί του ένα δωμάτιο για να σπουδάσει.
Την ώρα που η κυβέρνηση μιλά για «ανάπτυξη», η ελληνική οικογένεια κάνει αριθμητική επιβίωσης.
Η αγορά κατοικίας γίνεται άπιαστο όνειρο και το ενοίκιο γίνεται εφιάλτης.
Οι συνέπειες είναι ήδη δραματικές. Νέοι άνθρωποι παραμένουν στο πατρικό τους, οικογένειες αναβάλλουν τη δημιουργία σπιτιού και παιδιά που θα έπρεπε να ανοίγουν τα φτερά τους παραμένουν οικονομικά εξαρτημένα από τους γονείς τους.
Και ενώ η κυβέρνηση πανηγυρίζει, η πραγματικότητα για τον Έλληνα εργαζόμενο είναι μία:
Ο μισθός του εξαφανίζεται στο ενοίκιο, στους λογαριασμούς και στα βασικά έξοδα της καθημερινότητας.
Την ίδια στιγμή, οι βραχυχρόνιες μισθώσεις έχουν εκτοξευθεί. Οι καταχωρίσεις στην Airbnb αυξήθηκαν περίπου 240% μεταξύ 2017 και 2024, περιορίζοντας ακόμη περισσότερο το διαθέσιμο απόθεμα κατοικιών για μόνιμη κατοικία.
Και εδώ αποκαλύπτεται η πραγματική αποτυχία της κυβερνητικής πολιτικής.
Υπερφορολόγηση, κρατικός παρεμβατισμός και επιδοματικές πολιτικές που αυξάνουν τεχνητά τη ζήτηση – η κλασική συνταγή κάθε σοσιαλιστικής κυβέρνησης.
Η στέγη δεν γίνεται προσιτή με επιδόματα.
Γίνεται προσιτή με ελευθερία στην αγορά.
Η Αθήνα συγκρίνεται με Παρίσι και Μαδρίτη – χωρίς φυσικά τους αντίστοιχους μισθούς.
Το πρόβλημα δεν είναι απλώς ότι «λείπουν σπίτια». Το πρόβλημα είναι ότι λείπουν διαθέσιμα και οικονομικά προσιτά σπίτια για τους Έλληνες πολίτες, ενώ τα προγράμματα τύπου «Σπίτι μου» δεν λύνουν το πρόβλημα – αντίθετα το επιδεινώνουν.
Περίπου 35% του στεγαστικού αποθέματος δεν χρησιμοποιείται ως κύρια κατοικία, ενώ περίπου 12%-13% των κατοικιών παραμένουν κενές. Την ίδια ώρα, το 55% των κατοικιών που διατίθεντο προς πώληση το 2025 κόστιζε πάνω από 200.000 ευρώ, ενώ περίπου το ένα τρίτο ξεπερνούσε τις 280.000 ευρώ.
Ποιος Έλληνας εργαζόμενος μπορεί σήμερα να αγοράσει σπίτι με τέτοιες τιμές;
Ποιος μπορεί να πάρει στεγαστικό, όταν το εισόδημά του μετά βίας επαρκεί για το ενοίκιο, τους λογαριασμούς, τα τρόφιμα και τους φόρους;
Και μέχρι πότε θα συνεχίζεται αυτή η κοροϊδία;
