Τελείωσε η ΔΕΘ και μαζί της τελείωσε και το παραμύθι. Γιατί πίσω από τις εξαγγελίες, τα χειροκροτήματα και τα επικοινωνιακά πυροτεχνήματα υπάρχει μία απλή πραγματικότητα: η κυβέρνηση παίρνει από όλους και επιστρέφει λίγα σε αυτούς που θεωρεί εκλογικά ασφαλείς.
Ο σοσιαλισμός στο μεγαλείο του.
Συνταξιούχοι και δημόσιοι υπάλληλοι μπορούν να πάρουν μία μικρή ανάσα. Μετά τη φορολογική αφαίμαξη που βιώνουν καθημερινά οι πολίτες, η κυβέρνηση επιστρέφει ένα μέρος από τα χρήματα που ήδη τους έχει πάρει. Και μετά περιμένει να της πούμε κι «ευχαριστώ».
Γιατί άραγε; Επειδή αυτοί αποτελούν τον βασικό εκλογικό κορμό της Νέας Δημοκρατίας. Αυτό το ξέρουν και οι πέτρες.
Για τον ιδιωτικό υπάλληλο, όμως, η μεγάλη «ανάσα» θα έρθει… κάποτε. Άλλα το 2027, άλλα το 2028, άλλα το 2029. Η κοροϊδία σε δόσεις. Το μαρτύριο της σταγόνας.
Και για την επιχειρηματικότητα; Τίποτα. Ουσιαστικά τίποτα. Σε μια χώρα που χρειάζεται επειγόντως επενδύσεις, παραγωγή, νέες επιχειρήσεις και νέες θέσεις εργασίας, η κυβέρνηση δεν έχει να παρουσιάσει ένα πραγματικά τολμηρό σχέδιο για να απελευθερώσει την επιχειρηματικότητα.
Ούτε ουσιαστική μείωση της γραφειοκρατίας, ούτε αποφασιστική μείωση του κόστους λειτουργίας, ούτε πραγματική φορολογική ανάσα για αυτόν που επιχειρεί, επενδύει και ρισκάρει τα δικά του χρήματα.
Αντί για μεταρρυθμίσεις, υποσχέσεις με δόσεις. Αντί για σχέδιο ανάπτυξης, βλέπουμε το “θα” να απλώνεται μέχρι το 2029.
Και φυσικά, η κυβέρνηση περιμένει από τον ιδιωτικό τομέα να πληρώσει ξανά τον λογαριασμό. Αυξήσεις στον κατώτατο μισθό, αυξημένο κόστος εργασίας και λειτουργίας και μετά… ας βρει η επιχείρηση μόνη της πώς θα επιβιώσει.
Γιατί όταν αυξάνεται το κόστος μιας επιχείρησης, ποιος νομίζουν ότι πληρώνει τελικά;
Εμείς. Στο σούπερ μάρκετ, στο ενοίκιο, στις υπηρεσίες, παντού.
Και μετά έχουμε τον περίφημο «κλειστό κουμπαρά». Όποιος μπορεί να αποταμιεύει 1.200 ευρώ τον χρόνο για το παιδί του, θα έχει σημαντικό όφελος. Όποιος δεν έχει ούτε αυτά να περισσέψουν, επειδή πληρώνει ενοίκιο, λογαριασμούς, φόρους και τρόφιμα, απλώς… δεν πειράζει.
Η κυβέρνηση ανακάλυψε καινούργιο τρόπο να αντιμετωπίζει την υπογεννητικότητα: βοήθεια σε αυτούς που μπορούν ήδη να αποταμιεύουν και αδιαφορία για αυτούς που δεν μπορούν.
Στη στέγη, συνεχίζεται το ίδιο αποτυχημένο πείραμα με το «Σπίτι μου 3». Περισσότερη τεχνητή ζήτηση σε μια αγορά με ελάχιστη προσφορά και μετά θα απορούν γιατί οι τιμές και τα ενοίκια συνεχίζουν να ανεβαίνουν.
Δεν λύνουν το στεγαστικό. Το κάνουν ακριβότερο.
Οι τρίτεκνοι, υποτίθεται, εξισώνονται με τους πολύτεκνους. Αλλά μόνο μέχρι να εμφανιστεί ο επόμενος εισοδηματικός κόφτης. Κάτω από 20.000 ευρώ τον χρόνο για να ισχύσουν οι παροχές.
Μισή εξίσωση, μισή πολιτική, ολόκληρη κοροϊδία.
Αυτό δεν είναι οικονομική πολιτική.
Είναι πελατειακή πολιτική με λεφτά των φορολογουμένων.
Η ΦΩΝΗ ΛΟΓΙΚΗΣ δεν θα χειροκροτήσει την κυβέρνηση επειδή επιστρέφει στους πολίτες ένα μικρό μέρος από αυτά που τους έχει ήδη πάρει.
Οι Έλληνες δεν ζητούν ελεημοσύνη. Ζητούν να σταματήσει η φορολογική αφαίμαξη.
Ζητούν πραγματικούς μισθούς, φθηνότερη στέγη, ουσιαστική στήριξη της οικογένειας, λιγότερη γραφειοκρατία και μια οικονομία που επιτέλους θα ανταμείβει την εργασία, την παραγωγή και την επιχειρηματικότητα.
Γιατί στο τέλος της ημέρας η εικόνα είναι απλή:
Η Νέα Δημοκρατία δεν κυβερνά για το αύριο. Κυβερνά για τις επόμενες εκλογές.
Και η Ελλάδα δεν αντέχει άλλη μία τετραετία πολιτικής με το βλέμμα στην κάλπη.
Η ΦΩΝΗ ΛΟΓΙΚΗΣ δεν θα γίνει συνένοχη σε αυτή την κοροϊδία.
