Η κυβέρνηση Μητσοτάκη επιχειρεί επικοινωνιακά να εμφανιστεί ως συνομιλητής του αγροτικού κόσμου. Όμως οφείλει πρώτα να απαντήσει σε ένα κρίσιμο ερώτημα:
Τι ακριβώς θα εξηγήσει στους αγρότες; Ότι οι Ευρωβουλευτές της Νέας Δημοκρατίας υπερψήφισαν τη συμφωνία Mercosur, ανοίγοντας διάπλατα την πόρτα σε εισαγωγές που απειλούν ευθέως την ελληνική παραγωγή;
Η Ελλάδα ήδη εισάγει τεράστιες ποσότητες αγροτικών προϊόντων από τις χώρες της Mercosur. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, μόνο το 2024 οι εισαγωγές αγροτικών προϊόντων, τροφίμων και ποτών (χωρίς καπνό) από τις χώρες αυτές ανήλθαν σε 452,1 εκατ. ευρώ, ενώ οι ελληνικές εξαγωγές περιορίστηκαν μόλις στα 34,5 εκατ. ευρώ. Πρόκειται για μια εξόφθαλμα άνιση σχέση που υπονομεύει τον πρωτογενή τομέα της χώρας.
Η συμφωνία Mercosur είναι καταστροφική για τον Ευρωπαίο – και ιδιαίτερα για τον Έλληνα – παραγωγό και καταναλωτή.
Επιτρέπει την εισαγωγή προϊόντων από τρίτες χώρες:
• όπου χρησιμοποιούνται φυτοφάρμακα και λιπάσματα που είναι απαγορευμένα στο σύνολό τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση,
• όπου δεν ισχύουν οι αυστηρές περιβαλλοντικές και υγειονομικές προδιαγραφές που επιβάλλονται στους Ευρωπαίους αγρότες,
• όπου το κόστος παραγωγής μειώνεται τεχνητά λόγω χαμηλών προτύπων προστασίας περιβάλλοντος και δημόσιας υγείας.
Με απλά λόγια:
Στην Ευρώπη στραγγαλίζουν τον παραγωγό με κανονισμούς — και ταυτόχρονα επιτρέπουν την εισαγωγή προϊόντων που δεν πληρούν ούτε τα στοιχειώδη πρότυπα. Αυτό δεν είναι ελεύθερο εμπόριο. Είναι θεσμοθετημένος αθέμιτος ανταγωνισμός.
Οι εισαγωγές από τη Λατινική Αμερική θα εντείνουν δραματικά τον ανταγωνισμό. Ο αγροτικός και κτηνοτροφικός κόσμος θα δεχθεί ασφυκτικές πιέσεις. Οι εξαγγελίες περί μειώσεων στην ενέργεια είναι σταγόνα στον ωκεανό μπροστά στο πλήγμα που έρχεται.
Για την πατρίδα μας, η συμφωνία αυτή σημαίνει:
• Μείωση της επισιτιστικής αυτάρκειας
• Αύξηση της εξάρτησης από τρίτες χώρες
• Εισβολή προϊόντων (κρέας, δημητριακά, φρούτα, λαχανικά) σε τιμές που οι Έλληνες παραγωγοί δεν μπορούν να αντέξουν
Ακόμη και μια διείσδυση εισαγόμενων προϊόντων της τάξης του 10%–20%, με τιμές μειωμένες κατά 15%–20%, αρκεί για να επιφέρει καίριο πλήγμα στην εγχώρια παραγωγή. Οι ποσοστώσεις που προβλέπονται υπέρ των Ευρωπαίων παραγωγών δεν επαρκούν όταν ο πρωτογενής τομέας ήδη βρίσκεται στα όρια αντοχής.
Οι Βρυξέλλες δικαιολογούν τη συμφωνία λέγοντας ότι οι αγρότες αποτελούν μόλις το 3,8% του ενεργού πληθυσμού της ΕΕ, ενώ η βιομηχανία που ωφελείται απασχολεί το 24%.
Στην Ελλάδα όμως, οι επαγγελματίες αγρότες αντιστοιχούν στο 10%–11,5% του εργατικού δυναμικού, με περίπου 400.000 ανθρώπους να ζουν άμεσα από τον πρωτογενή τομέα.
Κι όμως, η ελληνική κυβέρνηση δείχνει να ενδιαφέρεται περισσότερο για τα συμφέροντα της Γερμανίας:
για τις αυτοκινητοβιομηχανίες της,
για τις εξαγωγές της,
ακόμη και για την πώληση γεωργικών μηχανημάτων στις χώρες της Λατινικής Αμερικής.
Η Ελλάδα, δυστυχώς, τάχθηκε εναντίον των δικών της αγροτών.
Και το πιο ανησυχητικό: η στάση αυτή δεν είναι μεμονωμένη.
Όλες σχεδόν οι σοσιαλιστικές κυβερνήσεις της Ευρώπης στήριξαν τη συμφωνία Mercosur.
Η σημερινή κυβέρνηση, λειτουργώντας πλέον ως μια κυβέρνηση με ξεκάθαρα σοσιαλιστικά χαρακτηριστικά στην οικονομική και κοινωνική της πολιτική, συντάσσεται με αυτό το μπλοκ και δίνει το τελικό χτύπημα στην ελληνική γεωργία και κτηνοτροφία.
Τι θα πει λοιπόν ο κ. Μητσοτάκης στους αγρότες;
Ότι τους καλεί σε διάλογο, ενώ στην πράξη υπογράφει την οικονομική τους εξόντωση;
Η ΦΩΝΗ ΛΟΓΙΚΗΣ στέκεται αταλάντευτα στο πλευρό του Έλληνα παραγωγού, υπέρ της εθνικής αγροτικής πολιτικής, της επισιτιστικής αυτάρκειας και της προστασίας της ελληνικής παραγωγής από τον αθέμιτο ανταγωνισμό.