Α. Λατινοπούλου: “PISA 2025: Σχεδόν οι μισοί μαθητές δεν κατακτούν τις βασικές δεξιότητες – Η κυβέρνηση πανηγυρίζει πάνω στην αποτυχία της”

Τα αποτελέσματα της PISA 2025 αποτελούν ένα ακόμη χαστούκι στην ελληνική Παιδεία. Και το πιο εξοργιστικό είναι ότι δεν το λέμε εμείς. Το λέει το ίδιο το Υπουργείο Παιδείας.

Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση:
•⁠ ⁠49,5% των μαθητών δεν φτάνει το βασικό επίπεδο στα Μαθηματικά.
•⁠ ⁠43,8% δεν φτάνει το βασικό επίπεδο στην Κατανόηση Κειμένου.
•⁠ ⁠40,9% δεν φτάνει το βασικό επίπεδο στις Φυσικές Επιστήμες.

Δηλαδή, σχεδόν ένας στους δύο μαθητές δεν έχει κατακτήσει τις στοιχειώδεις δεξιότητες που θα έπρεπε να του προσφέρει το σχολείο.

Και τι κάνει η κυβέρνηση; Πανηγυρίζει για «σταθεροποίηση» και «τάση σύγκλισης».
Όταν σχεδόν οι μισοί μαθητές δεν πιάνουν το βασικό επίπεδο, δεν υπάρχει κανένας λόγος για πανηγυρισμούς. Υπάρχει λόγος για συναγερμό.

Μετά από επτά χρόνια κυβέρνησης Μητσοτάκη, το ερώτημα δεν είναι πώς θα παρουσιάσουμε τους αριθμούς με θετικό πρόσημο. Το ερώτημα είναι γιατί ένα τόσο μεγάλο ποσοστό μαθητών εξακολουθεί να μην αποκτά τις βασικές γνώσεις και γιατί η κυβέρνηση επιμένει να υπερασπίζεται ένα αποτυχημένο μοντέλο.
Και τα προβλήματα δεν περιορίζονται στις επιδόσεις. Η ίδια η αποτίμηση καταγράφει προβλήματα στη μαθητική εμπλοκή, στην πειθαρχία και το σχολικό κλίμα, στη διδακτική υποστήριξη, στην ποιότητα της διδασκαλίας και στην αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων και ψηφιακών εργαλείων.

Η κυρία Σοφία Ζαχαράκη οφείλει να απαντήσει ξεκάθαρα: Ποιο είναι το σχέδιο για να αλλάξει αυτή η πραγματικότητα;

Για τη ΦΩΝΗ ΛΟΓΙΚΗΣ η απάντηση είναι ξεκάθαρη: δεν μπορείς να διορθώσεις ένα αποτυχημένο κρατικό μοντέλο δίνοντάς του ακόμη περισσότερη κρατική εξουσία.

Η μοναδική πραγματική λύση είναι η αποδέσμευση της εκπαίδευσης από τον ασφυκτικό κεντρικό κρατικό σχεδιασμό.

Το σημερινό σύστημα έχει μετατρέψει το σχολείο σε έναν γραφειοκρατικό βραχίονα του υπουργείου. Ένα σχολείο όπου αποφασίζουν από την Αθήνα τι θα γίνει στην τελευταία γωνιά της Ελλάδας, ποιος θα προσληφθεί, ποιος θα αξιολογηθεί, πώς θα λειτουργήσει και πώς θα διαχειριστεί τους πόρους του.

Αυτό πρέπει να τελειώσει.

Σε πρώτη φάση, κάθε σχολείο πρέπει να αποκτήσει πραγματική διοικητική και οικονομική αυτονομία και να ανήκει στην τοπική του κοινότητα. Η χρηματοδότηση πρέπει να ακολουθεί τον μαθητή μέσω ενός συστήματος σχολικών κουπονιών.

Ο γονέας πρέπει να έχει πραγματική επιλογή. Να παίρνει το εκπαιδευτικό του κουπόνι και να αποφασίζει ο ίδιος πού θα το εξαργυρώσει.
Όχι το υπουργείο να αποφασίζει για τον γονέα. Ο γονέας να αποφασίζει για το σχολείο.
Το σχολείο που προσφέρει πραγματική ποιότητα θα επιβραβεύεται προσελκύοντας μαθητές. Το σχολείο που αποτυγχάνει θα υποχρεώνεται να αλλάξει.

Και μαζί με την αυτονομία πρέπει να έρθει η αξιολόγηση και η αξιοκρατία.

Οι εκπαιδευτικοί δεν μπορεί να αμείβονται και να εξελίσσονται όλοι με τον ίδιο τρόπο, ανεξάρτητα από την απόδοσή τους. Οι πραγματικά καλοί εκπαιδευτικοί πρέπει να επιβραβεύονται και εκείνοι που δεν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του επαγγέλματος να αξιολογούνται και, όπου απαιτείται, να απομακρύνονται.

Τέρμα στην ισοπέδωση. Τέρμα στη λογική «βρέξει-χιονίσει» ο μισθός και η θέση.

Οι διευθύνσεις των σχολείων πρέπει να έχουν την ελευθερία να επιλέγουν τους εκπαιδευτικούς που χρειάζονται και να διαχειρίζονται το ανθρώπινο δυναμικό τους με κανόνες αξιοκρατίας και διαφάνειας.

Γιατί ένα σχολείο δεν μπορεί να απαιτεί υψηλές επιδόσεις από τους μαθητές του όταν δεν έχει τη δυνατότητα να απαιτήσει υψηλές επιδόσεις και από τους ίδιους τους επαγγελματίες που διδάσκουν.

Το ίδιο πρέπει να γίνει και στα πανεπιστήμια.

Πλήρης ανεξαρτητοποίηση των πανεπιστημίων από το κράτος.

Μετατροπή τους σε πραγματικά αυτόνομους μη κρατικούς, μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς, με διοίκηση, στόχους, αξιολόγηση και λογοδοσία, στα πρότυπα των επιτυχημένων ξένων πανεπιστημίων.

Ένα πανεπιστήμιο πρέπει να κρίνεται από το έργο του. Από την έρευνα που παράγει. Από την ποιότητα των σπουδών. Από την απήχησή του. Από το αν προσελκύει φοιτητές.

Αν δεν παράγει έργο και δεν έχει ζήτηση, δεν μπορεί να συνεχίζει να υπάρχει επ’ άπειρον επειδή το κράτος αποφασίζει να το συντηρεί.

Η πολιτική εξουσία πρέπει να απομακρυνθεί από τα πανεπιστήμια. Να σταματήσει να τα χρησιμοποιεί ως χώρο κομματικών διορισμών, πελατειακών σχέσεων και κομματικών νεολαιών.

Τα πανεπιστήμια δεν είναι παραμάγαζα κανενός υπουργού.

Η ΦΩΝΗ ΛΟΓΙΚΗΣ απαιτεί μια πραγματική εκπαιδευτική επανάσταση:

  • ⁠Επιστροφή στη γνώση και στην ουσιαστική μάθηση.
  • Αξιολόγηση εκπαιδευτικών και σχολικών μονάδων.
  • Πειθαρχία και τάξη στα σχολεία.
  • Ενίσχυση της αριστείας.
  • ⁠Ισχυρή διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας, των Μαθηματικών και των Φυσικών Επιστημών.
  • Ισχυρά και αυτόνομα Πρότυπα σχολεία.
  • ⁠Επαγγελματική εκπαίδευση συνδεδεμένη με την αγορά εργασίας.
  • Σχολικά κουπόνια και χρηματοδότηση που ακολουθεί τον μαθητή.
  • Πραγματική διοικητική και οικονομική αυτονομία των σχολείων.
  • Αξιοκρατική επιλογή, αξιολόγηση και αμοιβή των εκπαιδευτικών.
  • ⁠Πλήρης ακαδημαϊκή και διοικητική αυτονομία των πανεπιστημίων.

Τα παιδιά μας δεν χρειάζονται άλλες κυβερνητικές δικαιολογίες. Δεν χρειάζονται υπουργούς που πανηγυρίζουν επειδή οι δείκτες «σταθεροποιήθηκαν». Χρειάζονται ένα σχολείο που απαιτεί περισσότερα, αξιολογεί πραγματικά και δίνει σε κάθε παιδί τα εφόδια για να τα καταφέρει.

Αν δεν αλλάξουμε το μοντέλο, θα συνεχίσουμε να παράγουμε γενιές μαθητών που βγαίνουν από το σχολείο χωρίς τις στοιχειώδεις γνώσεις που απαιτεί η σύγχρονη ζωή.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη ας σταματήσει λοιπόν τα επικοινωνιακά πανηγύρια.

Σχεδόν ένας στους δύο μαθητές δεν κατακτά τις βασικές δεξιότητες. Δεν πανηγυρίζεις. Δεν δικαιολογείσαι. Δεν κρύβεσαι πίσω από λέξεις όπως «σύγκλιση».
Αλλάζεις το σύστημα.

Η ΦΩΝΗ ΛΟΓΙΚΗΣ λέει: Τέρμα στον κρατικό συγκεντρωτισμό. Τέρμα στην κομματοκρατία. Τέρμα στην προστασία της μετριότητας. Η Παιδεία πρέπει να απελευθερωθεί.